γλίδα

γλίδα
η
1) жирное пятно; 2) грязь

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "γλίδα" в других словарях:

  • γλίδα — και λίγδα, η 1. κηλίδα από λίπος ή λιπαρή ουσία 2. ακαθαρσία, λέρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λίγδα] …   Dictionary of Greek

  • λίγδα — (I) η (Μ λιγδα) το λίπος, ιδίως το χοιρινό, η γλίνα νεοελλ. 1. λεκές από λίπος ή λάδι 2. μτφ. άνθρωπος τού οποίου η συναναστροφή ρυπαίνει ηθικά τους άλλους 3. κοινή ονομασία τού ψαριού σαργός. [ΕΤΥΜΟΛ. < λίγδα (II). Κατ άλλη άποψη, < γλίδα …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»